ευαπόκτητος

-η, -ο
αυτός που αποκτάται εύκολα, αυτός τον οποίο μπορεί να αποκτήσει κάποιος εύκολα, ο προσιτός.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + απο-κτώ. Η λ. μαρτυρείται από το 1858 στον Παύλο Καλλιγά].

Dictionary of Greek. 2013.

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.